Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015 19:16

Φέτος γιορτάζουμε τα 50 χρόνια από το θάνατο του ζωγράφου, αγιογράφου και λογοτέχνη Φώτη Κόντογλου

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Χρόνια τώρα που ασχολούμαι - ταπεινή ερασιτέχνις - με την τέχνη των εικόνων ,νοιώθω πάντα να χρωστάω πολλά στον δάσκαλο Φώτη Κοντογλου. Το ζωγραφικό του έργο και τα γραπτά του ήταν εκείνα που μ' εκαναν να δω με άλλα μάτια τις ιστορισμένες εκκλησίες και τα εικονοστάσια, ν' ακούσω με άλλα αυτιά τις ιστορίες των ανθρώπων του Αιγαίου - ψαράδων, ναυτικών, κοντραμπατζίδων - που μετεωρίζονται στις άκρες δύο ηπείρων, δύο χωρων, δυο παραδόσεων.

Με παρακίνησε να πλησιάσω αυτόν τον χώρο που έμοιαζε να χάνεται στη σκόνη του Χρόνου και την λάμψη της δυτικής ζωγραφικής. Μ'εμαθε πολλά για μια παράδοση που το νήμα της ξεκινά από την αρχαιότητα και φθάνει μέχρι σήμερα. Που αν ζει ακόμη είναι γιατί πήρε δύναμη από το έργο του, όταν κινδύνευε να σβήσει και να αλλοιωθεί. 

Κοντά του μαθήτευσαν μεγάλοι δάσκαλοι της νεολληνικής ζωγραφικής και είναι φανερές οι διδαχές του,σε πολλούς από αυτούς. Κράτησε γερό τον μίτο που ξεκινά από την στήλη του Δεξίλεω, τις αναπαραστάσεις της Αφροδίτης με τον Έρωτα, της γέννησης του μεγάλου Αλεξάνδρου  και φθάνει μεχρι τις γυναικείες μορφές του Μόραλη και τα γήινα χρώματα του Τσαρούχη.

Έμαθα για την σεμνότητα των χρωμάτων και τις μορφές των Αγίων.Για την ομορφιά των ηρώων και το πέταγμα των ανέμων. Ήταν το καραβι που μ' έκανε να ξανοιχτώ στο πέλαγος της βυζαντινής ή μάλλον της καθ' ημάς ζωγραφικής ,όπως ο καπετάνιος αυτού του καραβιού και σεβαστός δάσκαλος Γ. Κορδής με δίδαξε αργότερα.

Είναι για μένα ο Παπαδιαμάντης της ζωγραφικής μας. Και ο βράχος που συνθέτουν και οι δύο, ο καθένας με το δικό του καλλιτεχνικό σύμπαν το στέρεο έδαφος που πατώ για να μένει η ψυχή μου ακλόνητη σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς.


 

Φέτος γιορτάζουμε τα 50 χρόνια από το θάνατο του ζωγράφου, αγιογράφου και λογοτέχνη Φώτη Κόντογλου. Ο Κόντογλου γεννήθηκε το 1895 στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και πέθανε το 1965 στην Αθήνα. Ο Φώτης Κόντογλου, ήταν γιος του Νικόλαου Αποστολέλλη και της Δέσπως Κόντογλου και ένα χρόνο μετά τη γέννησή του έχασε τον πατέρα του και την κηδεμονία αυτού και τριών μεγαλύτερων αδελφών του ανέλαβε ο θείος του Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο οφείλεται και η χρήση του επωνύμου της οικογένειας της μητέρας του. Αν και γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τέχνων, εν τούτοις δεν αποφοίτησε ποτέ. Το κλίμα της σχολής που ήταν επηρεασμένο από τη σχολή του Μονάχου δεν του ταίριαζε καθόλου.

Το 1914 έφυγε για την Μαδρίτη και μετά για το Παρίσι και εκεί μελέτησε συστηματικά τη ζωγραφική της Δύσης. Το 1919 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Αϊβαλί όπου διδάσκει γαλλικά και ιστορία της τέχνης στο τοπικό παρθεναγωγείο. Παράλληλα, ιδρύει τον πνευματικό σύλλογο «Νέοι Άνθρωποι» μαζί με τους Ηλία Βενέζη και Στρατή Δούκα. Το 1921 στρατεύεται και μετέχει στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την επακολουθήσασα Έξοδο του ελληνικού στοιχείου της Μικράς Ασίας, φθάνει πρόσφυγας στη Λέσβο και στη συνέχεια στην Αθήνα.Το 1923 έκανε ταξίδι στο Άγιο Όρος.·Εκεί ανακάλυψε τη βυζαντινή ζωγραφική, αντέγραψε πολλά έργα και έγραψε αρκετά κείμενα. Όταν επέστρεψε, εξέδωσε το λεύκωμα Η Τέχνη του Άθω και έκανε μια πρώτη έκθεση με έργα ζωγραφικής του.

Το 1925 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία. Το 1932 κτίζει το σπίτι του στην οδό Βιζυηνού 16 (περιοχή Πατησίων), όπου μαζί με τους μαθητές του Τσαρούχη και Εγγονόπουλο ζωγραφίζουν με νωπογραφίες ένα δωμάτιό του. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, θύμα του μαυραγοριτισμού, αναγκάζεται να το πουλήσει για ένα σακί αλεύρι και μετακομίζει με την οικογένειά του σε ένα γκαράζ. Την εποχή αυτή ο Χριστιανισμός τον απορροφά εντελώς και αποφασίζει να τον διακονήσει ολόψυχα ως λογοτέχνης και ζωγράφος.Εργάστηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία (στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, στον Μυστρά, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο) και ως αγιογράφος σε ναούς (στην Καπνικαρέα, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, στον Άγιο Ανδρέα της οδού Λευκωσίας στην Αθήνα, στον Άγιο Γεώργιο Κυψέλης, στα παρεκκλήσια Ζαΐμη στο Ρίο και Πεσμαζόγλου στην Κηφισιά, στη Ζωοδόχο Πηγή στην Παιανία, στη Μητρόπολη της Ρόδου και αλλού), ενώ έκανε και την εικονογράφηση του Δημαρχείου Αθηνών. 

Ο Κόντογλου εμπνέεται από την ελληνική παράδοση και προσηλώνεται με φανατισμό σε ό,τι θεωρεί καθαρά ελληνικό, βγαλμένο από την παράδοση του Βυζαντίου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις φορητές του εικόνες χρησιμοποίησε τη μέθοδο της ωογραφίας.Το πλούσιο λογοτεχνικό του έργο παρέμεινε εν πολλοίς στρατευμένο στην υπόθεση του Χριστιανισμού, όμως τα πρώιμα έργα του και ιδιαίτερα το μυθιστόρημα «Πέδρο Καζάς» ανήκουν στις σημαντικές στιγμές της λογοτεχνίας μας.


 

Επαίρονται πύλαι ουράνιοι…. επί τη ενδόξω Κοιμήσει…, Φ.Κόντογλου
 
Μέσα στον δροσερόν αέρα είναι χυμένη μια μελωδία που την ακούνε οι ευλαβικές ψυχές κι όχι τα αυτιά της σαρκός: «Ιδού ημέρα ένδοξος εξέλαμψεν! Επαίρονται πύλαι ουράνιοι… Σήμερον άσατε λαοί Δαϋιτικήν ωδήν επί τη ενδόξω Κοιμήσει…»
Πως λοιπόν να μην σκιρτά από χαρά σήμερα η κτίσις που αναστέναζε όλη και πονούσε μαζί με τους ανθρώπους, ορατά κι αόρατα, έμψυχα κι άψυχα; …Φως γεμίζει την οικουμένη, φως γεμίζει και τις ψυχές, φως κατεβαίνει ως τα βάθη της θάλασσας, φως μπαίνει μέσα στις σκοτεινές σπηλιές, φωτερά γινήκανε όλα τα σκοτεινά, αφού ο θάνατος νικήθηκε από την Πηγή της Ζωής.
 
Γι’ αυτό, η Κοίμησις που γιορτάζουμε σήμερα δεν είναι ξόδι λυπητερό, αλλά πανήγυρη χαρμόσυνη, γιορτή αθανασίας. Ανίσως δεν ευδοκούσε ο Κύριος να πάρει σάρκα από τούτο το αγιασμένο σκήνωμα που είναι ξαπλωμένο απάνω στο νεκρικό κλινάρι, τι θλίψη απαρηγόρητη θα ‘χαμε όλοι οι άνθρωποι, καταδικασμένοι δίχως ελπίδα στη φθορά και στον θάνατο! Ποια ψυχή θα μπορούσε να δροσιστεί από το γλυκό αγεράκι της αθανασίας χωρίς τη Μητέρα της Ζωής, …ποιος θα ευφραινότανε στον μυστικό παράδεισο, αν δεν τον στόλιζε το Ρόδον το Αμάραντον;

Για τούτη την αιτία δεν ψέλνουμε σήμερα νεκρώσιμα τροπάρια στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά ύμνους χαρούμενους και θριαμβευτικούς, τελούντες την θείαν ταύτην και πάντιμον εορτήν της Θεομήτορος, και κροτούμεν τας χείρας, τον εξ Αυτής τεχθέντα Θεόν δοξάζοντες. Ψέλνουμε με αγιασμένο οίστρο και λέμε: «Άπας γηγενής σκιρτάτω τω πνεύματι λαμπαδουχούμενος. Πανηγυριζέτω δε αϋλων νόων φύσις, γεραίρουσα την ιεράν πανήγυριν της θεομήτορος, και βοάτω Χαίροις, Παμμακάριστε, Θεοτόκε, Αγνή, Αειπάρθενε».

Διαβάστηκε 792 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015 20:12

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση