Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015 16:55

5o) Τα γεμιστά της Αφροδίτης - τι σχέση μπορεί να έχουνε με την Ενόρμηση Θανάτου;

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

 

giota5

Έμοιαζαν όλα νάχουν τελειώσει.

Τα φιλιά και τα χάδια του πατέρα.

Οι ιστορίες και τα παραμύθια, κάθε φορά που μέ τάιζαν.

Το εξαντλητικό παιχνίδι, μέχρι αργά το βράδυ, στις αλάνες με χώμα, που σιγά-σιγά άρχιζαν

να τσιμεντώνονται.

Ακόμη και το μοναδικό περίπτερο, που είχε Παγωτά ΕΒΓΑ, στην παραλία,  είχε κλείσει.

Και μαζί του χανόταν και όλη εκείνη όλη εκείνη η ονειρική,

αλλά συγχρόνως γεμάτη ηδονικές αισθήσεις, αθωότητα και η ζωή βιωμένη,

σαν μία έκσταση και ενότητα,

καμία έννοια, καμία αμφιβολία, κανένας ενδοιασμός και κανένας αντιπερισπασμός.

Φοράω φόρεμα λευκό από οργαντίνα, που είχε φιάξει η μητέρα μου,

με κείνη την παλιά μηχανή SINGER  και είχε βάλει σ΄αυτό όλη εκείνη τη μυρωδάτη λεπτότητα

- γιασεμί, θαρρώ - που άφηνε στον αέρα, η παρουσία της.

Λέω το ποίημα μου, παίρνω το ενδεικτικό με το «δεκαράκι» μου και φεύγω τρέχοντας.

Έτσι, τέλειωνε και το σχολείο, μαζί με όλα τ΄άλλα.

Ένα άλλο, πιό «μεγάλο» και «άγνωστο», μας περίμενε.

Κι εγώ, έπρεπε πιά να μεγαλώσω,  λέγαν όλοι.

Μετά τις σχετικές χαρές και τα «μπράβο»,ο  πατέρας μ΄ανέβασε στο ποδήλατό του

και φύγαμε για μπάνιο, αφήνοντας τη  μάννα μου και την αδελφή μου, να φιάχνουν γεμιστά.

Μέχρι να φτάσουμε, είχαμε σχεδόν εξατμιστεί, ο πατέρας μου, το ποδήλατό του κι΄εγώ,

είχαμε γίνει ένα, μέσα στους υδρατμούς, και γύρισα να κοιτάξω, λιγωμένα, όπως έκανα πάντα,

το μικρό άσπρο μαντήλι, στο παράθυρο του τελευταίου σπιτιού,

ν΄ανεμίζει μέσα σ΄ένα απαλό αεράκι, που μύριζε καρπούζι, 

προτού αφεθώ στην αγκαλιά της θάλασσας.

 

“ Και η Μαρία Νεφέλη λέει:

- δεν ονειρεύομουν

Το ποδήλατό του με άκρα προσοχή

Το΄χε ακουμπήσει πλάϊ στο κρεβάτι μου

Ύστερα τράβηξε τον σπάγγο κι΄εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα

Φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα

Κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι π΄αγαπούνε

Τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου

Φοβόμουνα και μού άρεσε……   “    (Οδυσσέας Ελύτης)

Σε βρήκα, πίσω από τις ξέρες, που κάναμε βουτιές, για να μη μας βλέπει κανείς,

ενώ ο πατέρας έπινε κρασάκι, στην παραλία

κι αρχίσαμε να παίζουμε, το ποιός θα πιάσει άμμο. ..μέχρι εξαντλήσεως.

 

“Εξαντλημένη, γύρισες πάλι “ είπε η μάννα μου, ενώ σερβίριζε τα γεμιστά,

που είχαν μοσχοβολήσει όλο το σπίτι και την αυλή. 

Ήταν η ώρα που άρχιζαν τα μαρτύριά μου, γιατί δεν έτρωγα και τσακωνόμαστε. 

Έκλεινα πεισματικά το στόμα και τα δόντια, σαν έπαιρνε, απηυδισμένη,

να μέ ταΐσει και στη συνέχεια έβαζα τα κλάματα.

“Αφήστε την, μη την πιέζετε, ας φάει ό,τι θέλει”, ακουγόταν στο τέλος 

η φωνή - εντολή του πατέρα μου, κι εκείνες τις στιγμές τόν λάτρευα.

Ξεθαρρεμένη, άρχισα να ξεχωρίζω  λίγες σταφίδες από το ρύζι

κι αφού έφαγα μερικές, έφυγα τρέχοντας.

Σε βρήκα, λίγο πιο κάτω, μ΄ένα παγωτό χωνάκι στο χέρι.

Κάθισα δίπλα σου κι αφού γλείψαμε μαζί και την τελευταία σταγόνα,

πιαστήκαμε από το χέρι και τρέξαμε στο αγαπημένο μας μέρος,

από τα τελευταία που είχαν απομείνει.

Ξαπλώσαμε ανάμεσα στα ψηλά στάχυα, τις παπαρούνες και τις μαργαρίτες, κλείσαμε τα μάτια

και βλέπαμε τα σώματά μας να φεύγουν και να αιωρούνται, πάνω από το κεφάλι μας...

 

“…Ερωτεύομαι άστρα και τζιτζίκια

Τον χώρο πριν από την όραση

Το άλογο πριν από το χαλινάρι…”

(Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ)

Και τον έρωτα πριν από τον έρωτα

στην άκρη  εκεί,

όπου μια υποψία γυναίκας

μόλις που έχει γεννηθεί

μόλις που έχει πεθάνει.

 

Τα γεμιστά της Αφροδίτης,  τά εκτίμησα αργότερα, όταν ήμουν φοιτήτρια

και είχα αρχίσει να τρώω σχεδόν τα πάντα.

Είχανε αλλάξει και οι ορμόνες και είχε επικρατήσει η αδηφάγα σεξουαλικότητα,

αλλά μού είχανε λείψει κιόλας.

Όταν η Αφροδίτη άρχισε να μού φέρνει ταπεράκια με φαγητά, για να περνάω τη βδομάδα μου,

είχανε γίνει τα αγαπημένα μου.

Η Συνταγή, σύμφωνα με την αδελφή μου, που την θυμάται και την φιάχνει και η ίδια είναι:

(για 6-8 άτομα)

8-10 ντομάτες μέτριες, στρογγυλές και κόκκινες

4 μελιτζάνες  στενόμακρες

6 πιπεριές

4 κρεμμύδια μεγάλα

2 φλυτζάνια τσαγιού ρύζι, τύπου καρολίνα

1 ματσάκι μαϊντανό

1       >>      δυόσμο

3-4 κουταλιές σούπας κουκουνάρι

2 φλυτζάνια τσαγιού λάδι

4-5 κουταλιές σούπας φρυγανιά ή σιμιγδάλι

αλάτι, πιπέρι

λίγες σταφίδες

 

Πλένουμε καλά τις ντομάτες, τις μελιτζάνες  και τις πιπεριές και αφαιρούμε τα κοτσάνια τους.

Αφαιρούμε το πάνω μέρος και τό  φυλάμε για καπάκι.

Στη συνέχεια, αδειάζουμε τις ντομάτες με ένα κουταλάκι και φυλάμε το εσωτερικό τους,

για σάλτσα. Ανοίγουμε τις πιπεριές και αδειάζουμε το εσωτερικό τους από τους σπόρους.

Κρατάμε τα υπόλοιπα και  τα  ψιλοκόβουμε . Τρίβουμε τις μελιτζάνες πάνω στο τραπέζι, για να μαλακώσουν.

Τίς αδειάζουμε και ψιλοκόβουμε το εσωτερικό τους.

Ψιλοκόβουμε τα κρεμμύδια, τά νεροβράζουμε και προσθέτουμε το ένα φλυτζάνι λάδι,

τα εσωτερικά από τις μελιτζάνες και τις πιπεριές ψιλοκομμένα, το ρύζι, το αλάτι και πιπέρι,

το μαϊντανό και το δυόσμο ψιλοκομμένα, το μισό πολτό από τις ντομάτες

και στο τέλος το κουκουνάρι και τις σταφίδες.

Τά ανακατεύουμε καλά και τα αποσύρουμε από την φωτιά.

Τοποθετούμε σε ταψί τις ντομάτες, τις πιπεριές και τις μελιτζάνες και τίς αλατοπιπερώνουμε.

Τις γεμίζουμε με τη γέμιση, περίπου ως τα ¾.

Τίς κλείνουμε με τα καπάκια και τίς πασπαλίζουμε με την φρυγανιά.

Ρίχνουμε και τον υπόλοιπο πολτό τής ντομάτας, το υπόλοιπο λάδι , αλάτι και πιπέρι 

και τίς ψήνουμε σε μέτριο φούρνο για 1,5 ώρα περίπου .

 

Έχω φύγει και τά έχω αφήσει όλα πίσω μου. Το δέρμα μου, τα χείλη μου, τα μάτια μου,

το κέλυφος που χρόνια βούλιαζα μέσα του,

το όστρακο που μέ κρατούσε γερά στο βυθό της θάλασσας, την τελευταία παραλία.

Έχω βγει στον αφρό, έχω διασχίσει μια έρημο και τώρα κάθομαι πάνω σ΄ένα σύννεφο

και απολαμβάνω ένα παγωτό χωνάκι, εκστατικά, ανάμεσα σε ήχους

από γυάλινα κουδουνάκια που μόλις σαλεύουν,

από υφάσματα απαλά που μόλις θροΐζουν ,

φοράω τα παιδικά μου ρούχα (το άσπρο φουστάνι από οργαντίνα) και πέδιλα

και ένα ζευγάρι φτερά, δίπλα μου, που ξεκουράζονται για το επόμενο ταξίδι.

Έχει σημασία;

Αχ  μάννα… πόσο μού έχεις λείψει!  Κι΄αν ήξερες, εκεί ψηλά που βρίσκεσαι,

πόσο πολύ λυπάμαι για όλες εκείνες τις φορές που σε στεναχώρησα,

δεν θα’σουν λυπημένη πιά, για το «παράξενο»  παιδί, που σού έτυχε.

Για όλα εκείνα τα μεσημέρια, που έκλεινα πεισματικά το στόμα μου

και δεν έτρωγα  τα φαγητά σου, αν και ήταν τα πιο νόστιμα του κόσμου

και συ φοβόσουνα, αργότερα το κατάλαβα,

θα πεθάνω από ασιτία, έλεγες, φοβόσουνα πως θα πέθαινα,

σαν τον αδελφό μου και δεν άντεχες να χάσεις κι΄άλλο παιδί,

φοβόσουνα πως  ήθελα να πεθάνω…

 Όμως όχι, δεν ήθελα να πεθάνω, απλά δεν μπορούσες να καταλάβεις,

ότι εγώ τότε τρεφόμουνα με πέταλα λουλουδιών, 

και είχα και προτίμηση στα ροζ  και άσπρα τριαντάφυλλα 

και ήμουνα συνέχεια μεθυσμένη  και χορτασμένη από αέρα και φως

και λουζόμουνα και χόρταινα στο χλωμό φως τού φεγγαριού του αρχικά

και στο μετέπειτα εκτυφλωτικό τού ήλιου του!!!

Και πες μου, τώρα, πώς γίνεται, οι περισσότερες από εκείνες τις μυρωδιές

να έχουν τώρα πια εξαντληθεί

και να εξαφανίζονται σιγά-σιγά, έτσι που όλος ο κόσμος μου μοιάζει πια,

σα να έχει γκρεμιστεί και να έχουν γίνει, όπως λέει ο ποιητής:

« όλα μέσα μου, ωραία ερείπια» (Ο. Ελύτης)

Ενώ η μυρωδιά από τα γεμιστά σου, πες μου πώς γίνεται, να έχει πλημμυρίσει όλη την οικουμένη,

μαζί με τον δυόσμο και κείνη την μυρωδάτη λεπτότητα – γιασεμί, θαρρώ -

που άφηνε στον αέρα η παρουσία σου;

Μάλλον, συμβαίνει αυτό που πολύ ωραία, η Κατερίνα πάλι, λέει:

Επιστρέφω

«… στην τρύπα μου τη μήτρα

Στον μεγάλο χώρο της σιωπής

Κι η κάθε μου κίνηση

Μόνο θυμίζει πια

δε ζωντανεύει

το τίναγμα το πρώτο

 προς την κατάκτηση. “

 

Διαβάστηκε 1581 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 06 Φεβρουαρίου 2015 20:49

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση