Πέμπτη, 05 Ιουνίου 2014 00:20

Η αιματοχυσία στην Τιεν Αν Μεν στις 4 Ιουνίου του 1989

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Αυτή η φωτογραφία που δείχνει έναν νεαρό Κινέζο μπροστά σε κάποια τανκς και που τράβηξε ο Αμερικανός φωτογράφος Τζεφ Βίντενερ, είναι διάσημη. Πολλοί ίσως νομίζουν ότι η πράξη αυτού του Κινέζου ( που ποτέ δε μάθαμε ποιος ήταν και τι απέγινε) συνέβη εν κενώ και εν ψυχρώ. Στα καθημερινά θα λέγαμε " του την βάρεσε μωρέ να σταματήσει τα τανκς, μη το ψάχνεις ". Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι.

Η αλήθεια είναι ότι ναι, του την βάρεσε, αλλά μέσα σε μία κοχλάζουσα κατάσταση όπου η ελευθερία και η δημοκρατία για εκατοντάδες χιλιάδες Κινέζους που είχαν κατασκηνώσει σ'αυτήν την πλατεία του Πεκίνου, ήταν για εκείνες τις ημέρες ποιο σημαντικές από τη ζωή τους. Καμιά φορά στην ιστορία των λαών, όταν η κατάσταση γίνεται όλο και πιο ανυπόφορη και οι προσδοκίες είναι μεγάλες, συμβαίνουν και τέτοιες ακραίες φάσεις. Ακολουθεί μία παρουσίαση εκείνων των ημερών που γέμισαν με ελπίδες πολλούς προπάντων νεαρούς Κινέζους. Κινέζους που δεν τους χωρούσε το καθεστώς τους και αποφάσισαν να διαμαρτυρηθούν γι'αυτό όλοι μαζί. Ο Γιώργος Τσιάρας έγραψε αυτό το άρθρο που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 4/6/14 με τίτλο

"Το αίμα που δεν ξεπλύθηκε ποτέ".

Για έξι ολόκληρες εβδομάδες, από τις 15 Απριλίου ώς τις 4 Ιουνίου του 1989, η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας κρατούσε νευρική στάση αναμονής: η μεγαλύτερη πλατεία του κόσμου, η Τιεν Αν Μεν, η «Πύλη της Ουράνιας Γαλήνης», είχε καταληφθεί από χιλιάδες φοιτητές και εργαζομένους, που –επηρεασμένοι από το φρέσκο αεράκι της «περεστρόικα» του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, αλλά και τις εικόνες μιας καπιταλιστικής μεν, πλην ευημερούσας Δύσης- ζητούσαν επιτακτικά αλλαγή πολιτικής.

Όχι, οι νεαροί Κινέζοι δεν ήταν βίαιοι αντεπαναστάτες, ούτε ζητούσαν τίποτε φοβερό –λίγο περισσότερη δημοκρατία ζητούσαν, ακόμη και μέσα στα στενά πλαίσια του ισχύοντος μονοκομματικού συστήματος, λίγο περισσότερες πολιτικές και ατομικές ελευθερίες, έπειτα από δεκαετίες σωρευμένου ολοκληρωτισμού και καταπίεσης. Έβλεπαν, άλλωστε, μαζί με τον κόσμο όλο, πως μετά τον Ντενγκ Σιάο Πινγκ και τις περίφημες… άσπρες και μαύρες γάτες του, η χώρα εγκατέλειπε σιγά σιγά τις υπερσυγκεντρωτικές ιδεοληψίες της μαοϊκής εποχής και με μια νέα, σινικού τύπου ΝΕΠ στρεφόταν προς ένα ολοκαίνουργιο υβρίδιο κομμουνισμού για τους πολλούς και οικονομίας της αγοράς για τους λίγους. Μία μεταρρύθμιση «από τα πάνω» που βέβαια, αντί να μοιράσει δίκαια τον πλούτο, κατέληξε να οξύνει τις οικονομικές αντιθέσεις και την ανέχεια στον κινεζικό λαό.

 

Αξιοκρατία και ελευθερία

Τι ζητούσαν, αλήθεια, οι φοιτητές; Μια τόση δα ανάσα αξιοκρατίας και εκδημοκρατισμού, για «γαρνιτούρα» της φρενήρους, αλλά επιλεκτικής ανάπτυξης που ερχόταν. Σιγά την εξέγερση: πολλοί ήταν μέλη του κόμματος. Ακόμη και τα συνθήματά τους, μόνο «αστικά» δεν μπορούν να χαρακτηριστούν: για υπευθυνότητα μιλούσαν, για εκδημοκρατισμό και αποκαθήλωση της νομενκλατούρας, για αξιοκρατία χωρίς κομματικά γυαλιά, για ελευθερία του Τύπου. Κι όταν είδαν μπροστά τους, μια νύχτα, τα τανκς με το κόκκινο αστέρι, την Τρίτη Διεθνή τραγούδησαν για να τα σταματήσουν –ούτε τον ύμνο των ΗΠΑ ούτε την «Μασσαλιώτιδα»…

Οι… «αντεπαναστάτες ταραξίες» της Τιεν Αν Μεν είχαν βέβαια στην αρχή έναν ισχυρό σύμμαχο στον αγώνα τους –έναν άνθρωπο που με την παρουσία του και μόνο συγκράτησε για καιρό την προαποφασισμένη βίαιη αντίδραση των ερυθρο-κομισάριων και των υπερσυντηρητικών στρατηγών. Αυτός ήταν ο πρωθυπουργός και γενικός γραμματέας του ΚΚΚ Ζάο Ζιγιάνγκ, που μαζί με τους άλλους μεταρρυθμιστές της «εκσυγχρονιστικής πτέρυγας» προσπαθούσε να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα.

Ο Ζάο πίστευε στη νέα γενιά: αυτή η πίστη του, αλλά και το προαίσθημα για το πού θα οδηγούσαν όλα αυτά, ήταν άλλωστε που τον οδήγησαν στις 19 Μαΐου να επισκεφτεί την Τιεν Αν Μεν και να παρακαλέσει τους εξεγερμένους να διαλύσουν την κατάληψη και να καθίσουν μαζί του στο τραπέζι του διαλόγου πρόθυμος να αναγνωρίσει τα σφάλματα της διακυβέρνησής του. Οι νεολαίοι, δυστυχώς, δεν τον πίστεψαν –γι’ αυτούς ήταν ακόμη ένας γέρος καρεκλοκένταυρος του κόμματος. Το πλήρωσαν με το αίμα τους: όσο για τον Ζάο, πλήρωσε το ριψοκίνδυνο άνοιγμα προς τους φοιτητές με την απώλεια όλων των αξιωμάτων του και τον κατ’ οίκον εγκλεισμό του ώς το τέλος της ζωής του.

Ένα πράγμα έτρεμε η κομματική ελίτ, μήπως οι μάζες των εργατών και, κυρίως, των στρατιωτών ενωθούν με τους φοιτητές, γέρνοντας την πλάστιγγα σε βάρος του ΚΚΚ. Πριν από λίγες μέρες οι «New York Times» αποκάλυψαν πως ο στρατηγός Χσου Τσινχσιάν, διοικητής του 38ου σώματος στρατού, αρνήθηκε εκείνο τον ταραγμένο Μάη να οδηγήσει τους άνδρες του στην πλατεία, παρά τις ρητές διαταγές της κομματικής ηγεσίας.

 

«Πολιτικό πρόβλημα»

«Οι διαδηλώσεις ήταν πολιτικό -και όχι στρατιωτικό- πρόβλημα. Η κρίση έπρεπε να λυθεί μέσω διαπραγματεύσεων και όχι διά της βίας. Προτιμώ να με αποκεφαλίσουν σαν εγκληματία, παρά να μείνω ως εγκληματίας στα μάτια της Ιστορίας», είπε ο στρατηγός Χσου, μιλώντας στον Κινέζο δημοσιογράφο και μετέπειτα ιστορικό Γιανγκ Τζισένγκ. Παρ’ ότι ο στρατηγός συνελήφθη αμέσως μετά την άρνησή του, η στάση του προκάλεσε πανικό στα ανώτατα στελέχη του κόμματος, πυροδοτώντας σενάρια ανταρσίας στο στράτευμα και πείθοντας τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου ότι οι φοιτητικές διαδηλώσεις έθεταν σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση του Κ.Κ. Κίνας –και της δικής τους εξουσίας…

 

Το βράδυ της 3ης Ιουνίου τα ψέματα τελείωσαν. Στρατιώτες και άρματα μάχης έκαναν την εμφάνισή τους στην πλατεία. Και τα μεσάνυχτα της 4ης Ιουνίου δόθηκε η μοιραία διαταγή της επέμβασης. Οι άοπλοι φοιτητές έβαλαν φωτιά σε λεωφορεία και αυτοκίνητα και σχημάτισαν ανθρώπινες αλυσίδες πίσω από τα αυτοσχέδια οδοφράγματα. Την πρώτη ριπή ακολούθησαν εκατοντάδες άλλες. Μάταια -όσοι γλίτωσαν από τις σφαίρες καταπλακώθηκαν από τις ερπύστριες. Επισήμως, σκοτώθηκαν 241 πολίτες και αρκετές δεκάδες στρατιώτες: ο Ερυθρός Σταυρός της Κίνας ανεβάζει τον λογαριασμό στο δεκαπλάσιο, στους 2.400 νεκρούς. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ πόσοι σκοτώθηκαν. Χιλιάδες ήταν και οι τραυματίες και συλληφθέντες εκείνης της άγριας νύχτας, και της ημέρας που ακολούθησε, πολλούς από τους οποίους δεν τους ξαναείδε ποτέ ανθρώπου μάτι. Όσο για τη «δημοκρατική» Δύση, που σήμερα διαρρηγνύει τα ιμάτιά της, για αρκετές ημέρες δεν έκανε τίποτα για να σταματήσει τη σφαγή και «παρενέβη» στον ΟΗΕ μόνον αφού όλα είχαν τελειώσει..

Από τότε, πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι –η Κίνα ξανάγινε οικονομική υπερδύναμη, αλλά κανείς δεν τόλμησε να αμφισβητήσει ξανά τη μονοκρατορία του κόμματος, που φυσικά διατηρεί το «αλάθητο» σε όλες τις επιλογές του. Το καθεστώς υπεραμύνθηκε ξανά χθες της απόφασής του να πνίξει στο αίμα το δημοκρατικό κίνημα, το 1989, υποστηρίζοντας πως επέλεξε τον σωστό δρόμο για χάρη του λαού.

Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά στους ξένους δημοσιογράφους ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Χονγκ Λέι: «Η κινεζική κυβέρνηση έχει από καιρό καταλήξει σε ένα συμπέρασμα για την πολιτική αναταραχή στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Στις τρεις και πλέον τελευταίες δεκαετίες μεταρρύθμισης και ανοίγματος, τα τεράστια επιτεύγματα της Κίνας στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη έχουν κερδίσει την παγκόσμια προσοχή. Η οικοδόμηση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου συνέχισε να τελειοποιείται», δήλωσε ο εκπρόσωπος.

 

Ο φόβος της ανατροπής

Δημοκρατία; Κράτος δικαίου; Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε… Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική: ο φόβος της λαϊκής εξέγερσης και ανατροπής ποτέ δεν εγκατέλειψε την κομματική νομενκλατούρα, και κάθε χρόνο τέτοιες μέρες αναβιώνει στους εφιάλτες της. Χθες, για παράδειγμα, σε όλους τους δημοφιλείς κινεζικούς ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης μπλοκαρίστηκε κάθε αναφορά στις λέξεις «Τιεν Αν Μεν», «4 Ιουνίου», αλλά και «35 Μαΐου» –μια φανταστική ημερομηνία που συχνά υποκαθιστά την ημέρα της σφαγής στο Διαδίκτυο. Δεκάδες γνωστοί αντιφρονούντες συνελήφθησαν προληπτικά, ενώ σε δεκάδες άλλους έγιναν «υποδείξεις» άνωθεν να μη βγουν από τα σπίτια τους μέχρι νεωτέρας…

Πηγή: Εφ.τ.Συν. 

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 07 Ιουνίου 2014 03:14
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση