Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014 09:34

Αυτό που κάποιοι λένε μαχαλά....

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Πέρασε ένας μήνας από την ημέρα που γύρισα στην Ελλάδα. Από την ημέρα που πέρασα τα σύνορα κι έπιασα ελληνικό σήμα και πήρα όλους τους δικούς μου ανθρώπους, αυτούς που μου έλειψαν περισσότερο. "Ποιος έρχεται;" έλεγα και το χαμόγελο έφτανε ως τα αυτιά. Στην πρώτη στάση που κάναμε στην Ελλάδα, όταν πήγα να παραγγείλω στον υπάλληλο, μπέρδεψα τα λόγια μου. "Bir tane... Έεε, ένα νερό, παρακαλώ".

"Είμαι Ελλάδα", σκέφτηκα και σε λίγες ώρες ήμουν Αθήνα και, κάποια στιγμή, με τα πολλά και με τις πολλές βαλίτσες, έφτασα στο σπίτι μου.

"Είναι μικρό και κοντό, πάντα έτσι ήταν;", αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη. Δεν είναι ότι έλειπα καιρό, ούτε ότι με έφαγε η ξενιτιά κι όλα μου φαίνονταν παράξενα. Ήταν που έφυγα πρώτη φορά από το σπίτι μου και έμεινα σε μία εστία με άλλα 30 άτομα, στην πιο ταλαιπωρημένη και κακόφημη γειτονιά της Κωνσταντινούπολης. Για αυτή τη γειτονιά θέλω να μιλήσω σε σας.

Ταρλάμπασι, η "αρχή του χωραφιού" κατά λέξη. Απόσταση από την πλατεία Ταξίμ 10 λεπτά. Ιστορική γειτονιά της Κωνσταντινούπολης. Εκεί έμειναν Έλληνες, Αρμένιοι, Τούρκοι, δεν ξέρω εγώ πόσοι λαοί μαζί. Τώρα εξακολουθούν να μένουν πολλοί λαοί μαζί, που κοινό έχουν την εξαθλίωση, τη φτώχεια, πολλές φορές την προσφυγιά, τις παράνομες πράξεις, το γκέτο που έχουν φτιάξει, τη γειτονιά που έχει ανοιχτή την αγκαλιά της σε καθετί διαφορετικό. Σκοπός μου δεν είναι να σας πω την ιστορία της γειτονιάς ούτε να κάνω αναλύσεις κοινωνιολογικές και πολιτικές. Σκοπός μου και μοναδικό μου μέλημα ήταν να γράψω εδώ δύο λόγια, που είχα γράψει πριν δύο μήνες περίπου, κοιτάζοντας από το παράθυρο του δωματίου μου, τους δρόμους του Ταρλάμπασι. Ήθελα να σας πω δύο λόγια προσωπικά και γεμάτα αγάπη για την παλιά μου - πλέον - γειτονιά.

Παραθέτω, λοιπόν, τις σκέψεις που μου πέρασαν από το μυαλό ένα απόγευμα γυρνώντας από τη δουλειά:

"Κοιτάζω έξω από το παράθυρο του δωματίου μου. Η ώρα σχεδόν 17.00. Κάθομαι με τα γόνατα στο κρεβάτι μου, ακουμπώντας το τετράδιο στο ξύλο του παραθύρου και κοιτάζω έξω. Ακούω τον ήχο ενός αεροπλάνου. Και ενός γλάρου. Κοιτάζω επίμονα τους δύο μιναρέδες που φαίνονται από εδώ σαν ένας. Το χρώμα του ουρανού ήταν σχεδόν γκρι πριν λίγο, τώρα όμως είναι ροζ. Έρχεται η δύση. Η δύση του ηλίου, της παραμονής μου εδώ, των εικόνων που βλέπω τώρα, τα Ταταύλα που βλέπω στα αριστερά μου. Η γειτόνισσα με κοιτάει από το απέναντι σπίτι. Είχαμε γνωριστεί ένα βράδυ, μιλώντας από τα παράθυρά μας. Ταρλάμπασί μου όμορφο, όμορφο γιατί ήσουν μέρος της ζωής μου.

Τώρα ο ουρανός είναι άχρωμος. Μυρίζει καμένο. Καίνε για να ζεσταθούν. Όλοι είναι στο έλεος της φτώχιας. Ο απέναντι άναψε τα φώτα. Τον έχω δει μια φορά μόνο. Ένα βράδυ που έπαιζε ξύλο στο στενό μας ένας ταξιτζής κι είχαμε βγει όλοι στα παράθυρα. Είναι πολύ όμορφος, αλλά τον είδα μία μόνο φορά. Πάλι ακούω αεροπλάνα. Πολλές πτήσεις για έξω. Τα φώτα στο ξενοδοχείο Μartι άνοιξαν. Στο σπίτι που μένει ο όμορφος άντρας εμφανίστηκε τώρα μία γυναίκα με μαντίλα. Μαγειρεύει, ακούω κατσαρολικά. Ακούγεται και το allah akbar, η ώρα πρέπει να είναι περασμένες πέντε.

Σταμάτησα να βλέπω τον ουρανό. Η γυναίκα με κοίταξε στα μάτια. Όταν κοιτάνε εδώ οι άνθρωποι τον άλλον στα μάτια, τον καρφώνουν με το βλέμμα τους. Τώρα κάποιος σφυρίζει, φωνάζει κάποιος άλλος. Εγώ επιτέλους αισθάνομαι ψύχρα. Σκοτεινιάζει. Όταν πέφτει το σκοτάδι εδώ όλα είναι επικίνδυνα. Όλα μοιάζουν να αλλάζουν πρόσωπο. Όσοι έβλεπα το πρωί είναι τώρα διαφορετικοί. Δεν ξέρω τι κάνουν το βράδυ αυτοί οι άνθρωποι. Σκοτώνουν, κλέβουν; Η νύχτα ξεκινάει. Έμειναν λίγα λεπτά. Όπως και της ζωής μου εδώ, που της έμειναν μόνο λίγες μέρες."

 

Δύο μήνες μετά, η εικόνα εκείνου του απογεύματος είναι ακόμα ζωντανή στο μυαλό μου. Το δωμάτιο που μοιραζόμουν, που είχα γεμίσει με αφίσες και με ένα σκίτσο του Λούκυ Λουκ γεμάτο ατέλειες, που ΄χα φτιάξει ένα βράδυ που δεν είχαμε ρεύμα, που είχε ακούσει ιστορίες και ιστορίες ανθρώπων, που είχαν ακουστεί από αυτό μουσικές, γέλια, κλάματα, φωνές, είναι ακόμα στο μυαλό μου ως "δικό μου" δωμάτιο, οι δύο άσπροι μιναρέδες που έμοιαζαν με έναν από το παράθυρό μου είναι ακόμα η θέα "μου". Άλλωστε, όταν έκλεισα την πόρτα του δωματίου μου για τελευταία φορά, αυτό που κοίταξα τελευταίο ήταν οι δυο μιναρέδες, ενώ πετούσαν γύρω τους οι γλάροι. Αυτή η εικόνα παίζει συνέχεια στο μυαλό μου, όπως κι η τελευταία μου διαδρομή από την εστία στην Ταξίμ φορτωμένη για το ταξίδι της επιστροφής. Και κάπως έτσι πάλι με βρήκε το ξημέρωμα να γράφω αναμνήσεις.

 

Στην 1η φωτό είναι το στενάκι που βλέπω από το παράθυρό μου, στην 2η είναι η άλλη του πλευρά και στην 3η φωτό οι μιναρέδες. Εις την Πόλιν ευρέθειν κι έζησα κοντά στους πέντε μήνες μέσω του προγράμματος Erasmus.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014 20:32

Τελευταία άρθρα από τον/την Ειρήνη Γκουσέτη

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση