Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013 12:52

Ένα όνειρο, μια ζωή

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ήταν πρωί όταν η πόρτα βρόντησε και ένα γρήγορο ανδρικό βήμα κατευθυνόταν προς την έξοδο του σπιτιού. Το χέρι του έψαχνε αμήχανα πότε τις τσέπες του, πότε τα μαλλιά του να δει αν ήταν τακτοποιημένα.

 

Η αίσθηση του φιλιού της γυναίκας του ήταν νωπή ακόμη. Αυτό το φιλί το καθιερωμένο είχε πάψει πια να έχει την ερωτική του έξαρση, αλλά είχε το νόημα, ότι ήταν η στιγμή της εκκίνησης για τον προορισμό του, κάτι που δεν υπήρχε λόγος, αλλά ούτε και περιθώρια για να το αγνοήσει.

Το ρολόι, ιδιαίτερα το πρωί, ήταν τόσο ενοχλητικό, αλλά και τόσο απαραίτητο για την ταξινόμηση των ενεργειών του. Το κρεβάτι είχε μια ελκυστική δύναμη πάνω του που τον εμπόδιζε πάντα να είναι συνεπής στις πρωινές του υποχρεώσεις. Οι ενέργειές του ήταν τυποποιημένες – ξύρισμα, ντύσιμο και καφές που τον έπινε στα όρθια. Λειτουργούσε σαν ένα καλοκουρδισμένο παιχνίδι με ορισμένο πρόγραμμα. Για όλα αυτά έδειχνε μια απροσδιόριστη ενόχληση που δεν τολμούσε όμως να την φιλτράρει μέσα στο μυαλό του. Το βιοποριστικό μέρος της ζωής του ήταν γι’ αυτόν κάτι πολύ σημαντικό, μια που η ρίζα του ξεκινούσε απ’ τα ένστικτά του, μια δύναμη που ήταν παράτολμο να τη βάλει σε δοκιμασία.

Στη στάση, καμιά κατοσταριά μέτρα πιο κάτω, έδινε την καλημέρα του στα πρόσωπα που συχνά έβλεπε και από αμηχανία κοιτούσε στο δρόμο αν έρχεται το λεωφορείο. Το αυτοκίνητό του είναι καιρός που δεν το κινούσε. Υπολόγιζε ότι ο χρόνος που χρειαζόταν για να πάει στη δουλειά του ήταν ίδιος με αυτόν του λεωφορείου, συν τις δυσκολίες του παρκαρίσματος, τα έξοδα βενζίνης και πάρκινγκ και πάνω απ’ όλα τη νευρική ένταση. Μέσα στο ορθολογικό μυαλό του, όλα αυτά είχαν υπολογισθεί και έβρισκε πως ήταν ασύμφορο να χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του. Το κούνημα του λεωφορείου τον έβγαζε απ’ τη νάρκη του και του υπενθύμιζε τις σκηνές της προηγούμενης μέρας και τις υποχρεώσεις που είχε αφήσει στη δουλειά του.

Αυτές οι σκηνές επαναλαμβανόντουσαν 15 χρόνια τώρα, λες και η ζωή είχε κινηματογραφηθεί και απλά γινότανε η επαναπροβολή της. Το ρόλο του τον είχε μάθει χρόνια τώρα και δεν του χρειαζόταν υποκριτική ικανότητα να τον παίξει, μια και ο ρόλος του ταυτιζόταν με την ίδια του τη ζωή. Εκείνο που του προσδιόριζε την ακρίβεια του ρόλου του ήταν η πολύ τακτοποιημένη ζωή του: ένα γραφείο που τον περίμενε, μια δουλειά που τυφλά ήξερε, μια κοινωνική αναγνώριση που του έδινε την αίσθηση ότι ο ίδιος ήταν κάτι σημαντικό και ότι έπρεπε να νιώθει όμορφα για αυτή του τη θέση και την ήρεμη από επαγγελματική άποψη ζωή του. Όλα αυτά δεν ήταν λίγο για να έχει ένα περπάτημα σίγουρο, μια όψη φαινομενικά ήρεμη, ένα βλέμμα τόσο διεισδυτικό αλλά πολύ συγκεκριμένο μια που ήταν αναγκασμένο να βλέπει τα συγκεκριμένα πράγματα στο σπίτι, τα ίδια πρόσωπα στο λεωφορείο και στο γραφείο και τους δρόμους που από συνήθεια τυφλά τους υπάκουε, σέρνοντας τα βήματά του.

Μια ζωηρή παρένθεση στη ζωή του ήταν η δουλειά. Αυτή η οχτάωρη παραμονή του στη δουλειά δεν είχε τον αυτόνομο χαρακτήρα της υπόλοιπης ζωής του. Τα πράγματα εκεί άλλαζαν. Έπρεπε να αμύνεται στα πυρά που του τάραζαν την ήσυχη ζωή. Στο χώρο αυτό γινόταν άλλος άνθρωπος.

Το γραφείο του ήταν ένα τμήμα ενός πάγκου που τον ονόμαζαν γκισέ στην τράπεζα. Λίγο άβολος χώρος, χωρίς πολλές διευκολύνσεις, είχε κάτι το μαζικό, όχι το ξεχωριστό. Συχνά του θύμιζε εργάτη που στήνεται στη μηχανή και που πρέπει να βγάλει έναν όγκο δουλειάς. Αυτή η παραγωγική σχέση με το κοινό και την υπηρεσία ήταν κάτι που δεν ήθελε. Το όνειρό του ήταν να αλλάξει ρόλο και θα άλλαζε όταν αυτός γινόταν προϊστάμενος. Στο τμήμα που δούλευε ήταν ο πιο παλιός. Τη δουλειά την ήξερε πολύ καλά  και πολλές φορές καυχιόταν στους άλλους ότι την ήξερε καλύτερα και από τον προϊστάμενο. Πολλές φορές σκεπτόταν ότι θάπρεπε νάναι αυτός στη θέση του προϊστάμενου. Ο προϊστάμενος είχε από παλιά ιδιαίτερη γνωριμία με τον διευθυντή και είχε ακούσει ότι έπρεπε να είχαν εξωτραπεζική σχέση. Λέγανε, μάλιστα, ότι ο διευθυντής είχε μια μεγάλη υποχρέωση σ’ ένα θείο του και κάτι τέτοια. Αυτή η κατάσταση του καθόταν σα μολύβι στο στομάχι. Αρκετές φορές, ο προϊστάμενός του του υποδείκνυε με ύφος ανωτέρου, τι να κάνει. Το αίμα τότε του ανέβαινε στο κεφάλι, η ματιά του ενώ εξωτερικά φαινόταν ουδέτερη, εσωτερικά σπινθοβολούσε ένα μίσος και άφηνε να φανεί μια αρρωστημένη κατάπτωση. Ένοιωθε εξουθενωμένος. Το κορμί του μυρμήγκιαζε. Καθόταν για λίγο μελαγχολικός, ύστερα καταπιανόταν μ’ ένα άσχετο θέμα δουλειάς, θέλοντας έτσι να δείξει στον εαυτό του ότι δεν έπαιρνε διαταγές.

Όταν ο προϊστάμενος έπαιρνε άδεια, τότε τα πράγματα άλλαζαν. Ένοιωθε ο φυσικός ηγέτης. Έπαιρνε ύφος, πότε επιτακτικό, πότε συμβουλευτικό και προσπαθούσε η συμπεριφορά του νάναι ισάξια του ρόλου του. Η ικανοποίησή του έφτανε στην πιο τέλεια κορύφωσή της. Η ματιά του αστραφτερή, έντονη και υπεύθυνη, έπρεπε να εντοπίζει και να ερευνά τα κενά που υπήρχαν στο τμήμα. Ο αγώνας του ήταν να μην υπάρχουν εκκρεμότητες, έτσι ώστε όταν θα γύριζε ο άλλος να μην έχει να πει τίποτα. Με αυτόν τον τρόπο ήθελε να του τονίσει ότι δεν ήταν αναντικατάστατος.

Από παλιά είχε εμφυτευθεί στο μυαλό του ότι η επιτυχία ήταν κάτι σαν το σωστό ένδυμα, που δείχνει την αρχοντική εμφάνιση του ανθρώπου. Η επιτυχία γι’ αυτόν ήταν από τους κεντρικούς άξονες της ζωής του. Στο μυαλό του συχνά έφερνε κι αυτές τις θείες του, που κάθε φορά που ερχόντουσαν σπίτι του, τον ρωτούσαν πώς πάει με τη δουλειά του και αν προήχθη. Αυτός με μισόλογα απέφευγε να απαντήσει, ή τόνιζε τις αυξημένες με το παραπάνω αμοιβές του. Ένοιωθε ένα είδος υπεροχής, όταν καμιά φορά συγκρινόταν με άλλους για τις αμοιβές του ή για τη σίγουρη δουλειά του. Οι συζητήσεις γύρω από τη δουλειά του, του ήταν πάντα ευχάριστες. Όταν τον ρωτούσαν για διάφορα τραπεζικά ζητήματα τους απαντούσε με στόμφο. Ένοιωθε ότι αυτός ήταν το αίμα που τροφοδοτούσε όλη την οικονομία, όταν ήταν συντελεστής ενός έργου που δύσκολα καταλάβαιναν οι άλλοι.

Τις τελευταίες μέρες κυκλοφορούσε στη δουλειά ότι θα συνεδρίαζε το συμβούλιο προαγωγών. Υπήρχε μέσα του μια διάχυτη ευφορία, σα να περίμενε κάτι το αναπάντεχο. Συνέχεια ρωτούσε πού και πότε θα συνεδριάσει η επιτροπή. Άκουσε μάλιστα, ότι θα δώσουν και κατ’ εκλογήν προαγωγές. Άραγε, αναρωτιόταν, θα με έχουν προτείνει για κατ’ εκλογήν προαγωγή; Πότε ξυπνούσε μέσα του η αμφιβολία γιατί φανταζόταν ότι ο προϊστάμενός του τον έβλεπε σαν ανταγωνιστή του και ήταν ασύμφορο γι’ αυτόν να τον προτείνει. Ήταν και εκείνο το λάθος που είχε κάνει πριν δύο χρόνια που μπορεί να το λάβαινε υπόψη της η επιτροπή. Όλες αυτές τις μέρες, η ζωή του κινιόταν μεταξύ ανησυχίας, αναμονής και υπερέντασης. Ένοιωθε πως η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή. Η κατ’ εκλογήν προαγωγή του θα άνοιγε τους ορίζοντες για θέση του προϊσταμένου. Θα ήταν μια δικαίωση των ονείρων του. Η ανακοίνωση για τις προαγωγές κυκλοφόρησε. Ο ίδιος βέβαια το είχε μάθει νωρίτερα ότι δεν είχε προταθεί, περίμενε όμως με ανυπομονησία να δει ποιοι προάγονται, για να κάνει ενδόμυχα μια σύγκριση. Ένα-ένα τα ονόματα που διάβαζε, ειδικά των ομοιοβάθμιών του, ήταν σαν κεραυνοί που πέφτουν στο κεφάλι του. Τα μηλίγγια του φούσκωσαν και κάθε τόσο ξεφούσκωνε με μια πικρή απογοήτευση. Ένοιωθε πως οι  κόποι του πήγαιναν σα χαμένα, και πώς ήταν μάταιο να σκοτώνεται στη δουλειά, αφού δουλειά τόσων χρόνων δεν του την αναγνώριζαν.

Μια ανακοίνωση της Ομοσπονδίας κυκλοφορούσε μέσα στην Τράπεζα. Περιείχε ένα πλάνο διεκδικήσεων που θα συζητιόταν με τον εκπρόσωπο των τραπεζών και καλούσε τους συναδέλφους σε αγωνιστική επαγρύπνηση. Τα αποτελέσματα των συναντήσεων θα ήταν πολύ σύντομα γνωστά, καθώς και το αγωνιστικό πρόγραμμα στην περίπτωση που τα αιτήματα δεν θα γινόντουσαν αποδεκτά. Αυτή η ανακοίνωση πέρασε στα χέρια το – τη διάβασε με προσοχή. Τα αιτήματα τα θεωρούσε δίκαια και ενδόμυχα ευχόταν να τα αποδεχθεί και η Ένωση Τραπεζών. Τις απεργίες πάντα τις θεωρούσε κάτι πολύ ασύμφορο και πολλές φορές επικίνδυνες. Η ανησυχία του είχε μεγαλώσει και ρώταγε συνέχεια τον εκπρόσωπο του συλλόγου, τι πιθανότητες υπήρχαν να αποδεχθούν τα αιτήματα! Αν θάπρεπε να ακολουθήσουν σκληρή γραμμή ή με υπαναχωρήσεις να αρκεσθούν σ’ αυτά που μπορούσαν να δεχθούν οι τράπεζες. Εκείνο βέβαια που τον απασχολούσε σε κάθε απεργία, δεν ήταν η οικονομική πλευρά, αλλά οι εντυπώσεις που θα άφηνε στον διευθυντή και στη Διεύθυνση η συμμετοχή του στην απεργία. Προσπαθούσε πάντα να εξακριβώσει αν θα υπήρχε συμμετοχή ή όχι, και ρωτούσε καθέναν ξεχωριστά τι θα έκανε στην περίπτωση της απεργίας.

Οι διαπραγματεύσεις έγιναν. Τα αποτελέσματα δεν ήταν ικανοποιητικά. Η απεργία ήταν πια γεγονός. Όλο το βράδυ της προηγούμενης μέρας της απεργίας είχε ανησυχία. Έπαιρνε κανένα συνάδελφο τηλέφωνο να εξακριβώσει τη συμμετοχή και να εφησυχάσει τους φόβους του. Ο ύπνος του ήταν ανήσυχος. Η αναμονή των γεγονότων της άλλης μέρας του δημιουργούσε υπερδιέγερση. Σκεφτόταν κάτω από ποιες συνθήκες θα μπορούσε να μη συμμετέχει στην απεργία. Αν υπήρχε καθολική συμμετοχή, δεν το συζητούσε. Θάταν κι αυτός έξω από την Τράπεζα! Αν όμως δεν υπήρχε! Αν κάποια πρόσωπα που εκτιμούσε ότι θα ’παιζαν το αντίβαρο της απεργίας ήταν μέσα, τι θa’κανε αυτός! Σκεφτόταν και αυτόν τον συνάδελφο, τον συνδικαλιστή του τμήματος, που θα τον έλεγε απεργοσπάστη στην περίπτωση που δεν θα απεργούσε. Όλα αυτά στροβίλιζαν στο κεφάλι του, δεν μπορούσε να τα βάλει σε τάξη. Ένας ακαθόριστος πονοκέφαλος τον εμπόδιζε να κοιμηθεί.

Την άλλη μέρα πρωί πρωί, από τους πρώτους είχε φθάσει στην Τράπεζα. Παρακολουθούσε με λεπτομέρεια τη στάση κάθε συναδέλφου. Άλλαζε συνέχεια πηγαδάκια, άκουγε απόψεις και εκτιμήσεις και περισσότερο τον ενδιέφερε ποιοι θα έμπαιναν μέσα στην Τράπεζα. Μπροστά τους πέρασε ο διευθυντής! Άφησε μια περαστική ματιά στους συγκεντρωμένους και με ύφος δήθεν αδιάφορο τους προσπέρασε και κατευθύνθηκε προς την είσοδο της Τράπεζας. Το αίμα του ανέβηκε στο κεφάλι του, όταν η ματιά του διευθυντή έπεσε στα γρήγορα πάνω του. Ο ίδιος σάστισε και προσπαθούσε αμήχανα να αποσπάσει ένα χαμόγελο σαν να έλεγε «να, εγώ τυχαία βρέθηκα έξω. Είναι κάτι πέρα από τις δυνάμεις μου». Σε λίγο, ο προϊστάμενός του μαζί με δύο συναδέλφους του τμήματος προχώρησαν και μπήκαν στην Τράπεζα. Ένοιωθε πως αυτός ήταν εκτεθειμένος. Το τμήμα θα δούλευε κι αυτός θα φαινόταν σαν παράσιτο έξω από την Τράπεζα. Θα έδειχνε ότι δεν ήταν απαραίτητος και ήταν σίγουρο ότι ο διευθυντής θα εντόπιζε πιο συγκεκριμένα την απουσία του. Το δίλημμα άρχισε να λειτουργεί μέσα του. Να μπει μέσα στην Τράπεζα ή να μη μπει; Η αμφιταλάντευση λειτουργούσε καταλυτικά μέσα του. Η ώρα περνούσε, έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Οι εικόνες των συγκεντρωμένων από τη μια, και ο αντίκτυπος της γνώμης του διευθυντή και της διεύθυνσης από την άλλη, τον πίεζαν σαν συμπληγάδες πέτρες έτοιμες να τον διαλύσουν.

 

Σ’ αυτή την περισυλλογή απέφευγε να βρίσκεται κοντά σε άλλους. Ήθελε με κάθε θυσία να ξεκαθαρίσει τι θα’κανε. Ένοιωθε μια γενική παραλυσία. Μια ατονία που λίγες φορές στη ζωή του την ένοιωθε. Το βήμα του, άθελά του, όλο και πιο κοντά στην είσοδο της Τράπεζας τον έφερνε. Ξαφνικά, τον πλησιάζει ο πρόεδρος του Συλλόγου. Τον ρώτησε πώς βλέπει την απεργία, αν έχουνε συμμετοχή. Αυτός με αμηχανία σαν να έχει βγει από λήθαργο, απαντούσε αόριστα, βγάζοντας περισσότερο άναρθρες κραυγές. Κάποιοι από μακριά φώναζαν πως πρέπει να πάνε στη συγκέντρωση της Ομοσπονδίας. Σιγά σιγά οι συνάδελφοι κατευθυνόντουσαν παρέες παρέες προς την Ομοσπονδία. Ο πρόεδρος τον παρέσυρε μαζί του συζητώντας μαζί του διάφορα ζητήματα γύρω από την απεργία, ποια αιτήματα ήταν σίγουρα να κερδίσουν, ποια κάτω από πίεση μπορούσαν να πετύχουν. Είχαν απομακρυνθεί αρκετά από την τράπεζα. Η επιστροφή ήταν ακατανόητη. Μέσα του καταλάγιαζε η ανησυχία, οι αμφιβολίες του είχαν ξεπεραστεί. Σιγά σιγά γινόταν μια ψυχολογική μεταβολή των συναισθημάτων του. Ένοιωθε ένα ξαλάφρωμα που μετουσιωνόταν σιγά σιγά σε αισιοδοξία και ηρωισμό, σαν να εκπλήρωνε ένα ανθρώπινο χρέος απέναντι στον εαυτό του και στους φίλους συναδέλφους του.

 

Το διήγημα αυτό γράφτηκε το 1985 και προφανώς αφορά ένα τελείως διαφορετικό τραπεζικό και εργασιακό περιβάλλον από ότι είναι σήμερα.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013 17:07

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση